διαγανάκτησις

διᾰγᾰνάκτ-ησις, εως, ,
A great indignation, Ph.2.178, Plu.Mar.16(pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαγανάκτησις — great indignation fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγανακτήσει — διαγανάκτησις great indignation fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαγανακτήσεϊ , διαγανάκτησις great indignation fem dat sg (epic) διαγανάκτησις great indignation fem dat sg (attic ionic) διαγανακτέω to be full of indignation aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγανακτήσεις — διαγανάκτησις great indignation fem nom/voc pl (attic epic) διαγανάκτησις great indignation fem nom/acc pl (attic) διαγανακτέω to be full of indignation aor subj act 2nd sg (epic) διαγανακτέω to be full of indignation fut ind act 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγανάκτησιν — διαγανάκτησις great indignation fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγανακτήσεως — διαγανακτήσεω̆ς , διαγανάκτησις great indignation fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.